Haushalt

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Haushalt 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Haushalt (de) αρσενικό

  1. το νοικοκυριό
  2. ο προϋπολογισμός