προϋπολογισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προϋπολογισμός προϋπολογισμοί
γενική προϋπολογισμού προϋπολογισμών
αιτιατική προϋπολογισμό προϋπολογισμούς
κλητική προϋπολογισμέ προϋπολογισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προϋπολογισμός < προ- + υπολογισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

προϋπολογισμός αρσενικό

  1. η καταγραφή των εσόδων και των εξόδων που αναμένεται να έχουμε στο άμεσο μέλλον
  2. η εκτίμηση της δυνατότητας που έχει μια οικονομική μονάδα (οικογένεια, επιχείρηση κλπ) να προχωρήσει σε κάποια έξοδα

32πχ Μεταφράσεις[]