Jahreszeit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Jahreszeit 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Jahreszeit (de) θηλυκό