Lièvre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: lièvre

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Lièvre < lièvre

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /le.zaʁ/

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Lièvre (fr) αρσενικό

  1. (αστερισμός) ο Λαγωός
  2. (μυθολογία) Λαγωός