lièvre

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Γαλλικά (fr) [edit]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[edit]

lièvre 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

ενικός πληθυντικός
lièvre lièvres

lièvre (fr) αρσενικό

  1. (ζωολογία) ο λαγός
    le lièvre et la tortue - ο λαγός και η χελώνα
  2. (αστρονομία) → δείτε τη λέξη:  Lièvre

Δείτε επίσης[edit]