Prüfung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Prüfung (de) θηλυκό

  1. το διαγώνισμα, οι εξετάσεις
  2. die mündliche Prüfung: τα προφορικά, η προφορική εξέταση