ab irato

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ab irato < λατινική

Επίρρημα[επεξεργασία]

ab irato (fr) και irato

  1. εκνευρισμένα, όντας έξω φρενών