acclamare

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

acclamare > λατινική ad + clamare

Ρήμα[επεξεργασία]

acclamare (it)

  1. εκφράζη τον ενθουσιασμό : επευφημώ, χειροκροτώ, επαινώ, εξυμνώ