Μετάβαση στο περιεχόμενο

accosto

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
accosto < λατινική ad (ac-) + costa < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kost-

accosto

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]