accrocheter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

accrocheter (fr)

  1. (Καναδάς) κρεμώ

Συνώνυμα[επεξεργασία]