Μετάβαση στο περιεχόμενο

acidose

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
acidose acidoses

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

acidose (fr) θηλυκό