acordo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
acordo acordos

acordo (pt) αρσενικό

  1. η συμφωνία
  2. το κούρντισμα

Εκφράσεις[επεξεργασία]