Μετάβαση στο περιεχόμενο

acropathie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
acropathie acropathies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

acropathie (fr) θηλυκό