Μετάβαση στο περιεχόμενο

adaptiĝi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
adaptiĝi < λείπει η ετυμολογία
ρήμα adaptiĝi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας adaptiĝas adaptiĝanta adaptiĝata
αόριστος adaptiĝis adaptiĝinta adaptiĝita
μέλλοντας adaptiĝos adaptiĝonta adaptiĝota
υποθετική adaptiĝus - -
προστακτική adaptiĝu - -

adaptiĝi (eo)