Μετάβαση στο περιεχόμενο

adder

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
adder adders

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
adder < μέση αγγλική addere / nadder < αγγλοσαξονική nædre

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

adder (en)

Σύνθετα

[επεξεργασία]