adder
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| adder | adders |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- adder < μέση αγγλική addere / nadder < αγγλοσαξονική nædre
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]adder (en)
| ενικός | πληθυντικός |
| adder | adders |
adder (en)