Μετάβαση στο περιεχόμενο

οχιά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οχιά οι οχιές
      γενική της οχιάς των οχιών
    αιτιατική την οχιά τις οχιές
     κλητική οχιά οχιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
οχιά (Vipera ammodytes)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οχιά < ἔχις, με κάποια επίδραση του ὄφις

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /oˈça/
τυπογραφικός συλλαβισμός: οχιά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οχιά θηλυκό

  1. (φίδι) (Vipera ammodytes) είδος μεσαίου μεγέθους δηλητηριώδους φιδιού με τριγωνικό κεφάλι και γκρίζο, καφέ ή κοκκινωπό χρώμα και μια σκουρόχρωμη τεθλασμένη γραμμή στη ράχη. Λέγεται επίσης έχιδνα και όχεντρα
      Μέχρι το 1981 περίπου, ίσχυε στην Ελλάδα η επικήρυξη «της οχιάς» – γενικά , χωρίς διάκριση ή αναφορά σε κάποιο από τα 5 είδη οχιάς που συναντώνται στη χώρα μας και για κάθε κεφάλι οχιάς η αρμόδια... (Η Φύσις: Δελτίον Ελληνικής Εταιρίας Προστασίας της Φύσεως, 1990, σελ. 10)
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος που λέει κακίες εις βάρος άλλων, ερήμην τους
    αυτή η οχιά που έχεις μες στο σπίτι σου, σε έχει βάλει και τσακώνεσαι με τον κόσμο χωρίς λόγο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]