δηλητηριώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δηλητηριώδης δηλητηριώδης δηλητηριώδες
γενική δηλητηριώδους δηλητηριώδους δηλητηριώδους
αιτιατική δηλητηριώδη δηλητηριώδη δηλητηριώδες
κλητική δηλητηριώδη(ς) δηλητηριώδης δηλητηριώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δηλητηριώδεις δηλητηριώδεις δηλητηριώδη
γενική δηλητηριωδών δηλητηριωδών δηλητηριωδών
αιτιατική δηλητηριώδεις δηλητηριώδεις δηλητηριώδη
κλητική δηλητηριώδεις δηλητηριώδεις δηλητηριώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δηλητηριώδης < ελληνιστική κοινή δηλητηριώδης (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική vénéneux και délétère < αρχαία ελληνική δηλητήριος[1]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δηλητηριώδης, -ης, -ες

  1. που περιέχει ή ρίχνει δηλητήριο
    δηλητηριώδη μανιτάρια, δηλητηριώδη φίδια
  2. (μεταφορικά) που είναι γεμάτος κακία, μίσος
    δηλητηριώδη σχόλια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. δηλητηριώδης στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δηλητηριώδης < δηλητήρ < δηλέομαι (βλάπτω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δηλητηριώδης, -ης, -ες

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]

  • δηλητηριώδης στο ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.