adduco

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

adduco < a + duco

Ρήμα[επεξεργασία]

adduco (la)

  1. οδηγώ, επηρεάζω

Κλίση[επεξεργασία]