adulterous

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

adulterous (en)

the adulterous wife - η μοιχαλίδα
adulterous affair - εξωσυζυγική σχέση, μοιχεία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]