Μετάβαση στο περιεχόμενο

aisle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aɪ̯l/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
aisle aisles

aisle (en)

  • ο διάδρομος
    παράδειγμα  Do you prefer an aisle or window seat?
    Προτιμάς θέση στο διάδρομο ή στο παράθυρο;
    παράδειγμα  Her father walked her down the aisle on her wedding day.
    Ο πατέρας της τη συνόδευσε στον διάδρομο την ημέρα του γάμου της.
    παράδειγμα  What aisle is the flour in at this supermarket?
    Σε ποιο διάδρομο είναι το αλεύρι σε αυτό το σουπερμάρκετ;
    παράδειγμα  Last year the musical had the audience dancing in the aisles.
    Πέρσι το μιούζικαλ έκανε το κοινό να χορεύει στους διαδρόμους.