aisle
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| aisle | aisles |
aisle (en)
- ο διάδρομος
Do you prefer an aisle or window seat?
- Προτιμάς θέση στο διάδρομο ή στο παράθυρο;
Her father walked her down the aisle on her wedding day.
- Ο πατέρας της τη συνόδευσε στον διάδρομο την ημέρα του γάμου της.
What aisle is the flour in at this supermarket?
- Σε ποιο διάδρομο είναι το αλεύρι σε αυτό το σουπερμάρκετ;
Last year the musical had the audience dancing in the aisles.
- Πέρσι το μιούζικαλ έκανε το κοινό να χορεύει στους διαδρόμους.