Μετάβαση στο περιεχόμενο

als

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /als/
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: als

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

als (de)

  1. από (σύγκριση δύο διαφορετικών μεγεθών, στη Νότια Γερμανία επίσης "wie" ή "als wie")
    παράδειγμα Ich habe mehr Angst als du.
         Έχω περισσότερο άγχος από εσένα.
    παράδειγμα Ich verdiene mehr als du.
         Βγάζω περισσότερα χρηματα από εσένα.
  2. όταν, αφού (χρονική σειρά δύο ενεργειών)
    παράδειγμα Erst, als er das Licht anmachte, kam der Hund angerannt.
         Μόνο όταν άναψε το φως, ο σκύλος έτρεξε προς το μέρος του.
    παράδειγμα Er ging zur Kasse, als er alles beisammen hatte.
         Πήγε στο ταμείο, αφού είχε μαζέψει όλα τα πράγματα.
  3. ως (όπως κάτι άλλο)
    παράδειγμα Er arbeitet als Lieferant.
         Εργάζεται ως διανομέας.
    παράδειγμα Als Ersatz gebe ich dir einen neuen Apparat.
         Ως (για) αντικατάσταση, σου δίνω μια νέα συσκευή.
  4. σαν
    παράδειγμα Mach' einfach so, als ob du nichts siehst.
         Κάνε σαν να μην βλέπεις τίποτα.
    παράδειγμα Als ob man zum Kochen einfach nur die Zutaten in den Topf werfen müsste.
         Σαν να αρκούσε απλώς να ρίξεις τα υλικά στην κατσαρόλα για να μαγειρέψεις.
  5. όσο
    παράδειγμα Er trägt im Sommer als auch im Winter Krawatten.
         Φοράει γραβάτες τόσο το καλοκαίρι όσο και το χειμώνα.
  6. παρά
    παράδειγμα Er hatte keine andere Waffe, als seine Hände.
         Δεν είχε άλλο όπλο παρά τα χέρια του.
  7. ό,τι
    παράδειγμα Anders, als in der Einladung geschrieben, beginnen wir mit Punkt 2 der Tagesordnung.
         Σε αντίθεση με ό,τι αναγράφεται στην πρόσκληση, θα ξεκινήσουμε με το σημείο 2 της ημερήσιας διάταξης.
  8. για
    παράδειγμα Es ist zu dunkel, als dass du weiterpuzzeln könntest.
         Είναι πολύ σκοτεινά για να συνεχίσεις το παζλ.



Καταλανικά (ca)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
als < a + les

als (ca)



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

als (nl)