Μετάβαση στο περιεχόμενο

amblyope

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
amblyope amblyopes

amblyope (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
amblyope amblyopes

amblyope (fr) αρσενικό ή θηλυκό