anastomosis

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

anastomosis (en)

  1. η αναστόμωση (η χειρουργική επέμβαση)
  2. η αναστόμωση (η σύνδεση διάφορων μελών ενός συστήματος που σχηματίζουν δίκτυο, ειδικά νεύρων ή αγγείων)