angora
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- angora < Ankara < αρχαία ελληνική Ἄγκυρα
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]angora (en)
- το ανγκορά
The soft sweater was knitted from high-quality angora wool.
Το μαλακό πουλόβερ πλέχτηκε από υψηλής ποιότητας μαλλί ανγκορά.