anons etmek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

anons etmek < anons (αγγελία, ανακοίνωση) + etmek (κάνω)

Ρηματική έκφραση[επεξεργασία]

anons etmek (tr)

  1. αναγγέλλω, ανακοινώνω