Μετάβαση στο περιεχόμενο

anse

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
anse anses

anse (fr) θηλυκό