apéro
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- apéro < apéritif
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| apéro | apéros |
apéro (fr) αρσενικό
| ενικός | πληθυντικός |
| apéro | apéros |
apéro (fr) αρσενικό