Μετάβαση στο περιεχόμενο

apprenticeship

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
apprenticeship < apprentice + -ship

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

apprenticeship (en)