Μετάβαση στο περιεχόμενο

arkadaşlık

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
arkadaşlık < arkadaş (φίλος, φίλη) + -lık (-ια)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɑɾkɑdɑʃˈɫɯk/
τυπογραφικός συλλαβισμός: arkadaşlık

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

arkadaşlık (tr)