Μετάβαση στο περιεχόμενο

arti

Από Βικιλεξικό

Ίντο (io)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

arti (io)




Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
arte arti

arti (it)

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
arto arti

arti (it)