Μετάβαση στο περιεχόμενο

artichoke

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
artichoke artichokes

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
artichoke < λομβαρδική articioch < οξιτανική artichaut < παλαιά ισπανική alcarchofa < αραβική خرشوف (al-ḵuršūf)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɑɹ.tɪˌtʃoʊk/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

artichoke (en)

  1. (φυτό, λαχανικό) αγκινάρα
    παράδειγμα Artichoke hearts are a delicious addition to any Mediterranean salad or pizza.
         Οι καρδιές αγκινάρας είναι μια νόστιμη προσθήκη σε κάθε μεσογειακή σαλάτα ή πίτσα.
  2. (χρώμα) θαμπό πράσινο χρώμα, σαν αυτό της αγκινάρας