Μετάβαση στο περιεχόμενο

asepsie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
asepsie asepsies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

asepsie (fr) θηλυκό