astma

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

astma < αρχαία ελληνική ἄσθμα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈastma/
ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

astma (pl) θηλυκό



Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

astma (sr)