Μετάβαση στο περιεχόμενο

astronomia

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Astronomia, astronomía, astronoomia, astronómia

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
astronomia < astronomi + -a

Επίθετο

[επεξεργασία]

astronomia (eo)



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

astronomia (it)

  1. η αστρονομία



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
astronomia < αρχαία ελληνική ἀστρονομία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

astronomia (la) θηλυκό

  1. η αστρονομία



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
astronomia < λατινική astronomia

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

astronomia (pl) θηλυκό

  1. η αστρονομία

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

astronomia (pt) θηλυκό

  1. η αστρονομία