Μετάβαση στο περιεχόμενο

ataraxie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ataraxie ataraxies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ataraxie (fr) θηλυκό