außerhalb

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

außerhalb (de)

  1. έξω, απέξω

Πρόθεση[επεξεργασία]

außerhalb (de) + γενική

  1. έξω από