aufmachen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ρήμα[επεξεργασία]

aufmachen (de)

  • ανοίγω
    mach das Fenster auf - άνοιξε το παράθυρο

Αντώνυμα[επεξεργασία]