béatifique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
béatifique béatifiques

béatifique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. που φέρνει τη μακαριότητα