bakken

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

bakken 

Ρήμα[επεξεργασία]

bakken (nl) (αόρ. : bakte, παθ. μτχ. : gebakken)