Μετάβαση στο περιεχόμενο

baloney

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

baloney

  • παρλαπίπες, αερολογίες, σαχλαμάρες, φλυαρία, αέρας κοπανιστός
    • φανφάρες, εξυπνακισμός
  • λουκάνικο-bologna