bataklık

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

bataklık < batmak (βουτάω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bɑtɑkˈɫɯk/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bataklık (tr)

  1. (γεωγραφία) ο βάλτος
    Bu bataklık yüzünden etrafta çok sivrisinek var. - Υπάρχουν πολλά κουνούπια γύρω από αυτό το βάλτο.
  2. (μεταφορικά) ακατάλληλη, κακή ή ανήθικη κατάσταση ή τόπος
    Onu bu bataklıktan kurtarmak için her şeyi yaptım. - Έχω κάνει τα πάντα για να την σώσω από αυτήν την κατάσταση.

Κλίση[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]