beak
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| beak | beaks |
beak (en)
- (ορνιθολογία) το ράμφος
The parakeet has a large beak.
- Το παπαγαλάκι έχει μεγάλο ράμφος.
| ενικός | πληθυντικός |
| beak | beaks |
beak (en)