Μετάβαση στο περιεχόμενο

beak

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
beak beaks

beak (en)