ράμφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

ένα πουλί αρπάζει την τροφή του με το ράμφος
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράμφος ράμφη
γενική ράμφους ραμφών
αιτιατική ράμφος ράμφη
κλητική ράμφος ράμφη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ράμφος < αρχαία ελληνική ῥάμφος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɾaɱ.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ράμφος ουδέτερο

  • κεράτινο στοματικό όργανο των πτηνών με το οποίο αρπάζουν τροφή ή άλλα αντικείμενα· χρησιμοποιείται επίσης για περιποίηση και για άμυνα ή επίθεση


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]