beard
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| beard | beards |
beard (en)
- τα γένια, τα μούσια
I am letting my beard grow (out).
- Αφήνω τα γένια μου.
He started growing (out) a beard.
- Άρχισε να βγάζει γένια.
I trimmed (up) my beard yesterday.
- Έκοψα τα γένια μου χτες.
I shaved my beard (off).
- Ξύρισα τα γένια μου.
I have three days' worth of beard growth.
- Έχω τριών ημερών γένια.
a man with a long beard - άνδρας με γενειάδα