besuchen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

besuchen 

Ρήμα[επεξεργασία]

besuchen (de)

  1. κάνω επίσκεψη (σε κάποιον)
  2. συχνάζω (ένα μέρος)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]