besuchen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

besuchen 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

besuchen (de)

  1. κάνω επίσκεψη (σε κάποιον)
  2. συχνάζω (ένα μέρος)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]