Μετάβαση στο περιεχόμενο

binouze

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
binouze binouzes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

binouze (fr) θηλυκό