bitumage

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

bitumage < bitumer

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bitumage bitumages

bitumage (fr) αρσενικό

  1. ασφαλτόστρωση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: bitume