blasen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

blasen 

Ρήμα[επεξεργασία]

blasen (de)

  1. φυσώ
  2. παίζω (κάποιο μουσικό όργανο)