blindly

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

blindly (en)

  1. χωρίς να βλέπω
  2. (μεταφορικά) στα κουτουρού