blood
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]blood (en)
- (μη μετρήσιμο) το αίμα
He lost a lot of blood in the accident.
- Έχασε πολύ αίμα στο ατύχημα.
Blood was pouring out of a cut on her head.
- Το αίμα έτρεχε από ένα κόψιμο στο κεφάλι της.
His hands were full of blood.
- Τα χέρια του ήταν γεμάτα αίμα.
After the attacks, people donated blood in record numbers.
- Μετά τις επιθέσεις, οι άνθρωποι έδωσαν αίμα σε αριθμούς ρεκόρ.
- (-blooded, σε επίθετα) που έχει το αναφερόμενο είδος αίματος
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Κάτω σαξονικά (nds)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]blood (nds)